Search
Μάνος Αυγερίδης,
Yπ. Δρ. Ιστορίας
Σπάζοντας τον πάγο. Η δεκαετία του 1940 στην ιστοριογραφία της Μεταπολίτευσης

«Μας δίδεται η ευκαιρία να υπογραμμίσουμε για μια ακόμη φορά την ηθελημένη παράλειψι της Πολιτείας στο να συγκροτήση μια πλατειά αδέκαστη και αντιπροσωπευτική Επιτροπή από ειδικούς, για τη συγκέντρωσι, ταξινόμησι και κατάταξι όλου του ιστορικού υλικού της περιόδου της Κατοχής, ώστε να είναι δυνατή η μελέτη και η συγγραφή της ιστορίας…».

Με τα λόγια αυτά o Κομνηνός Πυρομάγλου, προλόγιζε την έκδοση μίας από τις πρώτες συλλογικές εργασίες για την ιστορία της ελληνικής Αντίστασης στις αρχές της δεκαετίας του 1960 (1) . Ο Πυρομάγλου, παλαίμαχος αντιστασιακός παράγοντας και πολιτικός, υπήρξε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μάρτυρα και ιστορικού του πρόσφατου παρελθόντος, την περίοδο που το τελευταίο δεν συγκαταλεγόταν στις θεματικές της ελληνικής ακαδημαϊκής ιστοριογραφίας.

Από τη μία μεριά, ο συγκρουσιακός και βαθιά τραυματικός χαρακτήρας αυτού του παρελθόντος – πολλές πτυχές του οποίου παρέμειναν ζωντανές για τουλάχιστον δύο δεκαετίες μετά το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου δίνοντας σχήμα και περιεχόμενο στο μετεμφυλιακό κράτος της εθνικοφροσύνης – δεν επέτρεπε ιστορικές αποτιμήσεις που θα συγκέντρωναν την ελάχιστη απαιτούμενη συναίνεση για να εγγραφούν στη λεγόμενη ακαδημαϊκή ή εθνική ιστορία, δύο έννοιες που σε μεγάλο βαθμό ταυτίζονταν. 

Από την άλλη, η ίδια η Σύγχρονη Ιστορία ή Ιστορία των Παρόντων Χρόνων, αποτελούσε διεθνώς ένα υπό διαμόρφωση πεδίο που αναμετριόταν με ερωτήματα που αφορούσαν τη χρονική απόσταση από τα γεγονότα και άρα την αντικειμενικότητα του ιστορικού, καθώς και τις πηγές της ιστορικής έρευνας. 

Ωστόσο, το γεγονός ότι πριν τη Μεταπολίτευση εντοπίζει κανείς ελάχιστες αναφορές στη δεκαετία του 1940 σε μελέτες Ελλήνων ιστορικών, δεν σημαίνει ότι η τελευταία απουσίαζε από τον δημόσιο λόγο: περισσότερο ως διακριτές στιγμές παρά ως ενιαία περίοδος (Ελληνοϊταλικός πόλεμος, Κατοχή και Αντίσταση, Εμφύλιος), το πρόσφατο πολεμικό παρελθόν αποτέλεσε σταθερή αναφορά στην πολιτική αντιπαράθεση και κατέλαβε μεγάλο μέρος αυτού που ονομάζουμε Δημόσια Ιστορία. Τα προϊόντα αυτής της διαδικασίας ήταν ποικίλα, όπως διαφορετικές ήταν και οι πυκνώσεις ως προς τα θέματα, τον χρόνο, τον τόπο και τους φορείς της.

Η πτώση της δικτατορίας και η μετάβαση στη Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία, υπήρξε τομή όχι μόνο για την ιστορία της χώρας αλλά και για την ιστοριογραφία της. Στη διάρκεια της Μεταπολίτευσης η δεκαετία του 1940 καθιερώθηκε σταδιακά ως ένα από τα σημαντικότερα ερευνητικά πεδία των ιστορικών σπουδών∙ με άλλα λόγια, οι επαγγελματίες ιστορικοί εντάχθηκαν σε μία από καιρό ανοιχτή και ιδιαίτερα φορτισμένη συζήτηση έχοντας σε ένα βαθμό διαμορφωθεί από τους όρους της αλλά και συγχρόνως, αλλάζοντάς τους.

Η διαδικασία αυτή δεν υπήρξε ούτε νομοτελειακή ούτε «βελούδινη». Χαρακτηρίστηκε από έντονες συζητήσεις και διαμάχες, εκβάλλοντας σε ποικίλα και συχνά ανταγωνιστικά πορίσματα. Στην πραγματικότητα, η μόνη συναίνεση αφορούσε στην υπέρβαση της έως τότε κυρίαρχης θεσμικής (μετεμφυλιακής και ψυχροπολεμικής) αντίληψης, και στο άνοιγμα μίας συζήτησης η οποία θα παρήγαγε «επιστημονικές» και «καλά τεκμηριωμένες» μελέτες.
Οι εξελίξεις της δεκαετίας του 1970 έπαιξαν καθοριστικό ρόλο. Πέρα από τον παράγοντα του Ψυχρού Πολέμου και τις διαφορετικές φάσεις του, η εμπειρία της χούντας και του αντιδικτατορικού αγώνα, η διάσπαση του ΚΚΕ το 1968, η Μεταπολίτευση και οι αλλαγές που έφερε τόσο στην πολιτικο-κοινωνική ζωή (εκδημοκρατισμός, νομιμοποίηση κομμουνιστικών κομμάτων, επαναπατρισμός πολιτικών προσφύγων, άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, επίσημη αναγνώριση της εαμικής αντίστασης κ.ά.) όσο και στον ακαδημαϊκό χώρο (μεταρρύθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης, ίδρυση νέων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και τμημάτων ιστορίας, νέα επιστημονικά περιοδικά, πρόσβαση σε αρχειακές συλλογές) διαμόρφωσαν τις συνθήκες για τη διεξαγωγή ιστορικών ερευνών στην Ελλάδα.

Αυτό το νέο περιβάλλον υποδέχθηκε μια γενιά ιστορικών με σπουδές σε ξένα πανεπιστήμια, οι οποίοι έστρεψαν το βλέμμα τους στην ιστορία του ελληνικού 20ού αιώνα, εκμεταλλευόμενοι και το άνοιγμα μιας σειράς διπλωματικών αρχείων. Στο εξωτερικό άλλωστε, έλαβαν χώρα τα πρώτα ιστορικά συνέδρια για την ιστορία της δεκαετίας του 1940. Η αρχή έγινε με δύο συνέδρια που οργανώθηκαν το 1978 στην Ουάσιγκτον και στο Λονδίνο από την Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών (MGSA) και την Ελληνική Εταιρεία Μελέτης και Επιστημονικού Προβληματισμού (ΕΛΕΜΕΠ) αντίστοιχα. Εκεί συναντήθηκαν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του πεδίου: πρωταγωνιστές των γεγονότων οι οποίοι είχαν μετατραπεί σε ιστορικοί του (Κ. Γούντχαουζ, Ε. Μάγιερς, Θ. Χατζής, Α. Κέντρος κ.ά.) και καθιερωμένοι πανεπιστημιακοί στο εξωτερικό (Ν. Σβορώνος, Γ. Ιατρίδης, Γ. Πετρόπουλος), συνομίλησαν με νεότερους μελετητές της νεοελληνικής ιστορίας και κοινωνίας (Ρ. Κλογκ, Ν. Αλιβιζάτος, Γ. Μαυρογορδάτος, Κ. Τσουκαλάς, Κ. Βεργόπουλος), αλλά και τους πρώτους ειδικευμένους ερευνητές της δεκαετίας του 1940, όπως ήταν ο Χ. Φλάισερ, ο Π. Παπαστράτης, ο Γ. Χόνδρος και ο Χ. Ρίχτερ. Τα συνέδρια αυτά επικεντρώθηκαν κυρίως στις πολιτικές και διπλωματικές κινήσεις της περιόδου, στα «λάθη» και στις σχέσεις μεταξύ των Συμμάχων και του αντιστασιακού κινήματος.

Παρά το ότι, τουλάχιστον, το συνέδριο του MGSA περιλάμβανε τον Εμφύλιο στις θεματικές του, τα γεγονότα που ακολούθησαν την απελευθέρωση απουσίαζαν εντελώς από την πρώτη διοργάνωση που έλαβε χώρα σε ελληνικό έδαφος. Αντίθετα, σε αυτήν την περίπτωση τα χρονικά όρια διευρύνθηκαν προς τα πίσω συμπεριλαμβάνοντας και τη μεταξική δικτατορία («Ελλάδα, 1936-44: Δικτατορία-Κατοχή-Αντίσταση», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα 1984). Επρόκειτο για ένα μεγάλο διεθνές συνέδριο με κρατική υποστήριξη, πλειάδα θεματικών και ευρεία διεθνή συμμετοχή.
Την ίδια χρονιά (1984) το πρώτο συνέδριο αποκλειστικά αφιερωμένο στον ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο πραγματοποιήθηκε στη μακρινή (συμβολικά και πραγματικά) Δανία, διοργανωμένο από το νεοϊδρυθέν Τμήμα Νεοελληνικών και Βαλκανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης, ενώ τρία χρόνια αργότερα ακολούθησε, στο ίδιο μέρος, μία δεύτερη συνάντηση, με πιο περιορισμένη συμμετοχή και διακηρυγμένο στόχο να κάνει ευρύτερα γνωστά στους μη ειδικούς τα αποτελέσματα της επιστημονικής έρευνας για τον ελληνικό Εμφύλιο.

Η Ελλάδα έπρεπε να περιμένει ακόμα λίγο για να δει μια μεγάλη διοργάνωση που θα περιλαμβάνει τον Εμφύλιο στον τίτλο της. Το πρόγραμμα του συνεδρίου «Ελλάδα, 1936-1949, Δικτατορία-Κατοχή-Εμφύλιος: Συνέχειες και Ρήξεις» (1995), αντανακλούσε την έως τότε ανάπτυξη του γνωστικού πεδίου. Επιπλέον, στα πρακτικά του που δημοσιεύθηκαν το 2003 βρίσκει κανείς τις πρώτες συγκροτημένες ανασκοπήσεις της ιστοριογραφίας της δεκαετίας του 1940 στον πρόλογο του Χ. Φλάισερ και την εισαγωγή του Α. Λιάκου (2)

Παρόλα αυτά, η σχετική βιβλιογραφική παραγωγή στην Ελλάδα μέχρι τη δεκαετία του 1990 δεν καθορίστηκε από τις εξελίξεις στην ακαδημαϊκή ιστοριογραφία. Εκτός από τα πρακτικά των συνεδρίων του 1978 (1982, 1984) και του συνεδρίου της Αθήνας που εκδόθηκαν το 1989, ελάχιστες ήταν οι ιστορικές μελέτες που κυκλοφόρησαν την περίοδο αυτή∙ ανάμεσά τους και η σημαντική μελέτη του Χ. Φλάισερ Στέμμα και Σβάστικα (1988) . (3)

Αντίθετα, η πρώτη δεκαπενταετία μετά την αλλαγή του καθεστώτος χαρακτηρίστηκε από μία έκρηξη μνήμης, κυρίως όσον αφορά την περίοδο της Κατοχής και της Αντίστασης, η οποία εκφράστηκε τόσο με τη έκδοση μαρτυριών, απομνημονευμάτων και μη ακαδημαϊκών ιστοριών, όσο και μέσω αφιερωμάτων και δημοσιευμάτων στον Τύπο, τηλεοπτικών εκπομπών, επετειακών εκδηλώσεων, μετονομασίας οδονομιών, κατασκευής μνημείων κ.ά. Η έμφαση στην Εθνική Αντίσταση και όχι στον Εμφύλιο, αντανακλούσε την αναγνώριση της Αριστεράς ως πατριωτικής δύναμης, καθώς επίσης και την απόρριψη εκ μέρους της τελευταίας της ένοπλης βίας ως μέσο κατάληψης της εξουσίας∙ την πλήρη ένταξή της, δηλαδή, στη νομιμότητα και το κοινοβουλευτικό σύστημα.

Το τέλος της δεκαετίας του 1980 συνέπεσε με την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και το τέλος του διπολικού ψυχροπολεμικού κόσμου. Συνδεδεμένες με τα παραπάνω ήταν και οι εξελίξεις στην ελληνική πολιτική σκηνή: σε μία ατμόσφαιρα σκανδάλων και διαφθοράς η Αριστερά και η Δεξιά συμφώνησαν στον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας∙ ο νόμος αυτής της κυβέρνησης περί «άρσης των συνεπειών του Εμφυλίου Πολέμου» και η καταστροφή των φακέλων πολιτικών φρονημάτων (1989) υπήρξε μια πράξη με υψηλό συμβολικό περιεχόμενο.

Η δεκαετία του 1990 γνώρισε μία δεύτερη έκρηξη μνήμης, αυτή τη φορά με αντικείμενο τον Εμφύλιο Πόλεμο, ο οποίος έδειχνε πια να αποτελεί για τα καλά παρελθόν. Παράλληλα η δεκαετία του 1940 ως ερευνητικό πεδίο αναπτύχθηκε σημαντικά: στην πολιτική και διπλωματική ιστορία των προηγούμενων χρόνων προστέθηκαν νέες προσεγγίσεις από κοινωνική, πολιτισμική και τοπική σκοπιά, διεπιστημονικότητα (κοινωνική ανθρωπολογία, πολιτικές επιστήμες κ.ά.) και συγκριτικές μελέτες. Η ιστορική έρευνα, άλλωστε, στο πεδίο διευκολυνόταν, συγκριτικά με το παρελθόν, από το άνοιγμα αρχειακών συλλογών και την ίδρυση νέων εταιρειών, ερευνητικών κέντρων και συσσωματώσεων, όπως τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (1991) (4) . Τέλος, η μελέτη της ιστορίας του Ελληνικού Εβραϊσμού υπήρξε μια σημαντική προσθήκη σε αυτήν τον αστερισμό. 

Η μεγάλη ανάπτυξη του πεδίου την περίοδο αυτή, η οποία επιταχύνθηκε με αφορμή και την 50ή επέτειο από το τέλος του Εμφυλίου, οδήγησε σε μια ιστοριογραφική διαμάχη στη διάρκεια της δεκαετίας του 2000. Η τελευταία, άλλωστε, έγινε αφορμή και για τη στροφή του βλέμματος πολλών ιστορικών στις διαδρομές της ιστοριογραφίας και της μνήμης αυτής της εξαιρετικά φορτισμένης και διαρκώς ανανοηματοδοτούμενης περιόδου της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

(1) Βλ. Ιστορία της Εθνικής Αντιστάσεως 1941-1944, Αναγέννηση, Αθήνα 1962, σ. 9-10. Η έκδοση ήταν βασισμένη στην σειρά «Η πραγματική ιστορία του ανταρτοπολέμου» της εφ. Ανεξάρτητος Τύπος (1960-1962). Άλλα μεγάλα χρονικά της περιόδου που πρωτοδημοσιεύθηκαν στον ημερήσιο Τύπο ήταν το τετράτομο Στ’ Άρματα! Στ’ Άρματα! (Εκδ. Γιαννίκος, Αθήνα 1964, πρώτη δημοσίευση στην Αυγή, 1963-1964) και Το Αντάρτικο, του Φόβου Γρηγοριάδη (Εκδ. Καμαρινόπουλος, Αθήνα 1964, πρώτη δημοσίευση στην εφ. Ελευθερία, 1963-1964).
(2) Στις επισημάνσεις της εν λόγω εισαγωγής με τίτλο «Αντάρτες και συμμορίτες στα ακαδημαϊκά αμφιθέατρα» (Η Ελλάδα ’36-49. Από τη Δικτατορία στον Εμφύλιο. Τομές και συνέχειες, επ. Χάγκεν Φλάισερ, Καστανιώτης, 2003, σ. 25-36) βασίζεται μέρος της παρούσας ανασκόπησης καθώς και η ιδέα του τίτλου. Ενδεικτικά, άλλες ιστοριογραφικές ανασκοπήσεις που έχουν γραφτεί για την περίοδο – πολλές εκ των οποίων εντάσσονται στην σχετική διαμάχη της δεκαετίας του 2000: Προκόπης Παπαστράτης, “Η ιστοριογραφία της δεκαετίας 1940–1950”, Σύγχρονα Θέματα 35–37 (1988), σ. 183–187; Στάθης Καλύβας, “Εµφύλιος πόλεµος (1943–1949): Το τέλος των µύθων και η στροφή προς το µαζικό επίπεδο”, Επιστήμη και Κοινωνία 11 (2003), σ. 37–70; Νίκος Μαραντζίδης και Γιώργιος Αντωνίου, “The Axis occupation and civil war: changing trends in Greek historiography, 1941–2002,” Journal of Peace Research 41/2 (2004), σ. 223–231; Θανάσης Σφήκας, “Ένα ιστοριογραφικό ταξίδι στη χώρα του Γκιούλιβερ: Η ελληνική ιστοριογραφία και οι διεθνείς διαστάσεις του ελληνικού εμφυλίου πολέμου,” Δωδώνη. Ιστορία και Αρχαιολογία 33 (2004), σ. 311–362. Βλ. επίσης την εισαγωγή των επιμελητών στο Η εποχή των ρήξεων. Η ελληνική κοινωνία στη δεκαετία του 1940, επ. Πολυμέρης Βόγλης κ.ά., Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2012, σ. 7–25, καθώς και τους συλλογικούς τόμους Η εποχή της σύγχυσης. Η δεκαετία του ’40 και η ιστοριογραφία, επ. Γιώργος Αντωνίου και Νίκος Μαραντζίδης, Εστία, Αθήνα 2008, και Η μακρά σκιά της δεκαετίας του ’40, επ. Κατερίνα Γαρδίκα κ.ά., Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2015.
(3) Τα πρακτικά των συνεδρίων κατά σειρά έκδοσης στην Ελλάδα: Μάριον Σαράφη (επ.), Από την Αντίσταση στον Εμφύλιο Πόλεμο, Νέα Σύνορα Λιβάνης, Αθήνα 1982∙ Γιάννης Ιατρίδης (επ.), Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940–1950. Ένα έθνος σε κρίση, Θεμέλιο, Αθήνα 1984∙ Νίκος Σβορώνος και Χάγκεν Φλάισερ (επ.), Η Eλλάδα 1936–1944: Δικτατορία–Κατοχή–Αντίσταση, Μορφωτικό Ινστιτούτο ΑΤΕ, Αθήνα 1989∙ David Close (επ.), Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος, 1943–1950. Μελέτες για την πόλωση, Φιλίστωρ, Αθήνα 2000∙ Lars Baerentzen κ.ά. (επ.), Μελέτες για τον εμφύλιο πόλεμο 1945–1949, Ολκός, Αθήνα 2002∙ Χάγκεν Φλάισερ (επ.), Η Ελλάδα ’36-49. Από τη Δικτατορία στον Εμφύλιο. Τομές και συνέχειες, Καστανιώτης, Αθήνα 2003. 
(4) Σημαντική στιγμή στην προϊστορία της ίδρυσης των ΑΣΚΙ και του ανοίγματος αρχειακών συλλογών στην έρευνα υπήρξε η δημοσίευση μιας σειράς τεκμηρίων του Αρχείου του ΚΚΕ σχετικών με τη δεκαετία του 1940, από τον Φίλιππο Ηλιού στην Αυγή (1979-1980). Βλ. επίσης τη σχετική επιμελημένη και εμπλουτισμένη έκδοση: Φίλιππος Ηλιού, Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος. Η εμπλοκή του ΚΚΕ, Θεμέλιο, Αθήνα 2004. .